|
|
[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΣΤΗΝ ΙΟ]
Ίος
Ευρήματα
από τον οικισμό της Πρωτοκυκλαδικής εποχής που ήρθαν στο φως ύστερα
από αρχαιολογικές ανασκαφές, στον λόφο Σκάρκο, αποδεικνύουν ότι η
Ίος είχε κατοικηθεί από την Πρώιμη Κυκλαδική εποχή. Στοιχεία
υπάρχουν στα πολύ καλοδιατηρημένα κτήρια και αγγεία που δείχνουν την
άνθηση μιας σημαντικής κοινωνίας. Τα απομεινάρια των τειχών στα
δυτικά και βόρεια της Χώρας, της πρωτεύουσας του νησιού, οδηγούν στο
συμπέρασμα ότι ο λόφος κοντά στο κάστρο κατοικήθηκε κατά την Αρχαϊκή
περίοδο. Υπάρχουν στοιχεία που μαρτυρούν την παρουσία των Καρών,
Πελασγών, Αχαιών, Φοινίκων που έδωσαν στο νησί το όνομα Φοινίκη. Οι
Ίωνες εγκαταστάθηκαν στο νησί το 1050 π.Χ.
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση του ονόματος του νησιού,
μια από αυτές είναι ότι το όνομα προήλθε από τους Ίωνες, όμως αυτό
γλωσσολογικά δεν ισχύει, διότι σε αυτή τη περίπτωση το νησί θα
λεγόταν Ιωνία ή Ιώνις. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το όνομα προήλθε από
τους Φοίνικες, όπου « Ίον» σημαίνει «σωρός από πέτρες». Όμως ούτε
αυτή η εκδοχή φαίνεται να ισχύει, καθώς απ’ ότι γνωρίζουμε οι
Φοίνικες είχαν κατοικήσει σε μέρη πολύ πιο πετρώδη απ’ ότι η Ίος.
Τελικώς σύμφωνα με την εκδοχή που έχει επικρατήσει έως σήμερα η Ίος
πήρε το όνομά της από τις βιολέτες, καθώς Ίον σημαίνει βιολέτα, που
γεμίζουν τις εξοχές της Ικαρίας κάθε άνοιξη.
Επιγραφές
και νομίσματα αλλά κυρίως επιγραφές των αρχαίων ιστορικών, όπως του
Στράβωνα, Παυσανία και Ηροδότου αποδεικνύουν ότι ο μεγάλος ποιητής
Όμηρος πέθανε και ενταφιάστηκε εδώ, στην Ίο, απ’ όπου καταγόταν η
μητέρα του, Κλυμένη.
Στα βόρεια του νησιού, στην περιοχή Πλακωτός, βρίσκεται ο τάφος του
Ομήρου, που σύμφωνα με περιηγητές της Ελλάδας τον 17ο έως 19ο αι. με
καμάρι τους έδειχναν οι κάτοικοι τον τάφο του. Κατά τα κλασικά
χρόνια η Ίος έγινε μέλος της Αθηναϊκής Κοινοπολιτείας (Συμμαχίας)
για να αποφύγει την κατάληψη από τους Πέρσες. Έτσι το πολίτευμα που
καθιερώθηκε ήταν δημοκρατικό.
Οι επιγραφές εκείνης της εποχής δείχνουν ότι οι κάτοικοι μιλούσαν
την Ιωνική διάλεκτο και λάτρευαν τον προγονικό θεό Πύθιο Απόλλωνα,
αλλά και τον προστάτη των Ιώνων Φυτάλμιο Ποσειδώνα. Το 338 π.Χ. μετά
την μάχη της Χαιρώνειας, η Ίος πέρασε στην Μακεδονία, και το 315
π.Χ. κέρδισε πάλι την ανεξαρτησία της και έγινε ισότιμο μέλος στην
κοινότητα των νησιωτών. Αργότερα συμμάχησε με τον Πτολεμαίο
Φιλάδελφο (280 π.Χ.) και τους Ροδίτες (220 π.Χ.) που είχε γίνει μια
πολύ σημαντική ναυτική δύναμη στο Αιγαίο, εναντίων των Μακεδόνων.
Τον
2ο αι. π.Χ. οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ίο και την συμπεριέλαβαν στην
Νησιωτική Επαρχία. Τη χρησιμοποίησε δε, ως τόπο εξορίας, όπως το
νησί Γυάρος.
Κατά την Βυζαντινή περίοδο, οι Χριστιανοί έχτισαν πολλές εκκλησίες
πάνω στα θεμέλια των ήδη προϋπαρχόντων παγανιστικών ναών,
χρησιμοποιώντας τους αρχαίους κίονες, μάρμαρα και επιγραφές για να
δώσουν κύρος στη νέα θρησκεία για να ασφαλίσουν την συνέχεια της
θρησκευτικής λατρείας, μέχρι που η Ίος καταλήφτηκε από τους
Φράγκους.
Εκείνη την περίοδο, όποτε έβλεπαν ένα ξένο πλοίο να είναι στο λιμάνι
αμπαρωνόντουσαν μέσα στο κάστρο, και έστελναν τις μεγαλύτερες σε
ηλικία γυναίκες στο λιμάνι. Αν επέστρεφαν, τότε όλα ήταν καλά, αν
όχι, ετοιμαζόντουσαν για μάχη.
Το 1204 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ίο και μέχρι τον 15ο αι.
κυριαρχούσε η ευγενής οικογένεια των Κρίσπι που αποτελούσαν μέρος
του Δουκάτου της Νάξου. Οι Κρίσπι ξαναέκτισαν το κάστρο πάνω στα
ερείπια του προηγούμενου για να προστατέψουν το νησί από τους
πειρατές. Το 1537, Τούρκος πειρατής Βαρβαρόσα, κατέλαβε το Δουκάτο
της Νάξου μαζί με την Ίο. Τα χρόνια που ακολούθησαν η Ίος
καταλήφτηκε από τους Τούρκους και λεηλατήθηκε καταστροφικά από
πειρατές, που εξακολουθούσαν να υπάρχουν ως «πληγή» στο Αιγαίο.
Παρόλα αυτά το νησί κράτησε την ελληνική του ταυτότητα και το 1770
πήρε το μέρος της Ρωσίας, η οποία βρισκόταν σε πόλεμο με τους
Τούρκους, για να ξανακερδίσουν την ελευθερία τους. Εκείνη την
περίοδο η Ίος είχε 1400 κατοίκους. Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821
εναντίων των Τούρκων, η Ίος πήρε μέρος με 24 πολύ καλά εξοπλισμένα
πλοία. Η τελική απελευθέρωση της Ίου ολοκληρώθηκε και η ενσωμάτωση
της στο Ελληνικό Κράτος, εδραιώθηκε με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου
Συνδιάσκεψης του Λονδίνου, στις 10 Μαρτίου 1829.
<επιστροφή>
|
|